Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά….!

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω ενάντια στην αλήθεια της ζωής μου.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε    ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα  σε τι δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος, όταν του επέβαλα τις επιθυμίες μου.  Και όταν μάλιστα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και ούτε ήταν  έτοιμος ο άνθρωπος, ακόμα και αν αυτός ήμουν εγώ.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε   ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ

 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ  για μια άλλη ζωή και έβλεπα γύρω μου ότι τα πάντα μου  έλεγαν να μεγαλώσω.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε    ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ

 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα  ότι σε κάθε περίσταση ήμουν στο κατάλληλο μέρος  και πάντα στην κατάλληλη στιγμή. Αυτό με έκανε να γαληνέψω.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε   ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ

 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμε  τον ελεύθερο μου χρόνο και κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω  μόνο ότι μου αρέσει και με γεμίζει χαρά, ότι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά. Με το δικό μου τρόπο και με τους δικούς μου ρυθμούς.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε  ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

 

 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ότι δεν ήταν υγιεινό για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και οτιδήποτε με απομάκρυνε από τον εαυτό μου. Παλαιά αυτό το έλεγα «υγιή εγωισμό».

Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε  ΑΥΤΑΓΑΠΗ

 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα  να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλα πολύ λιγότερο.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε  ΑΠΛΟΤΗΤΑ

 

 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν μου και να ανησυχώ για το μέλλον μου.  Τώρα ζω κάθε μέρα την κάθε στιγμή  που ξέρω ότι ΟΛΑ συμβαίνουν.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε  ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ

 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα  ότι, οι σκέψεις μου με έκαναν ένα άτομο μίζερο και άρρωστο. Όταν επικαλέστηκα τη δύναμη της καρδιάς μου η λογική μου βρήκε ένα πολύτιμο σύμμαχο.

Σήμερα αυτό το λέω  ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

 

 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι, δεν  πρέπει να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις  και οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετωπίζουμε  με τον εαυτό μας ή με τους άλλους.  Ξέρω ότι από τις εκρήξεις στο Σύμπαν γεννιούνται νέα αστέρια.

Σήμερα ξέρω ότι,  ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ.

 

 

 

ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ Written by Frauke Schorr, PhD

Ομιλία στα 70στά γενέθλια του.

 

Γεννήθηκε στις16 Απριλίου 1889 στο Walworth μια γειτονιά του Λονδίνου και πέθανε στις 25 Δεκεμβρίου 1977 στην Ελβετία.

 

Advertisements
Published in: on February 25, 2010 at 1:43 pm  Leave a Comment  

Η Αλληγορία των Βατράχων – Ένα μάθημα Ζωής

Κάποτε έγινε ένας αγώνας βατράχων. Στόχος, να ανέβουν στην ψηλότερη κορυφή ενός πύργου. Πολλοί άνθρωποι μαζεύτηκαν να τους υποστηρίξουν. Ο αγώνας άρχισε.

Στην πραγματικότητα, ο κόσμος δεν πίστευε ότι ήταν εφικτό να ανέβουν οι βάτραχοι στην κορυφή του πύργου και το μόνο που άκουγες ήταν :

“Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν…”

Οι βάτραχοι άρχισαν να αμφιβάλλουν για τους εαυτούς τους. Ο κόσμος συνέχιζε:

“Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν…”

Και οι βάτραχοι, ο ένας μετά τον άλλο, παραδέχονταν την ήττα τους, εκτός από έναν, που συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Στο τέλος, μόνο αυτός, και μετά από τρομερή προσπάθεια, κατόρθωσε να φθάσει στην κορυφή.

Ένας από τους χαμένους βατράχους, πλησίασε να τον ρωτήσει πώς τα κατάφερε να ανέβει στην κορυφή.

Τότε συνειδητοποίησε ότι… ήταν κουφός!!!

Ποτέ μην ακούτε ανθρώπους που έχουν την κακή συνήθεια να είναι αρνητικοί, γιατί σας κλέβουν τις μεγαλύτερες λαχτάρες και πόθους της καρδιάς σας.

Πάντοτε να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου την δύναμη της φράσης: “Σκέψου θετικά!”. ΘΕΤΙΚΑ!

Συμπέρασμα:

Πάντα να κάνεις τον κουφό /-ή απέναντι σε όσους σου λένε ότι δεν μπορείς να πετύχεις τους στόχους σου ή να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου.

ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΝΑΣ ΚΟΥΦΟΣ ΒΑΤΡΑΧΟΣ

Published in: on February 12, 2010 at 5:54 pm  Leave a Comment  

5 ιστοριούλες

ΙΣΤΟΡΙΑ 1
“Συγνώμη”, είπε ένα πολύ μικρό ψάρι του Ωκεανού, “είσαι πιο μεγάλος από μένα, οπότε μπορείς να μου πεις πού μπορώ να βρώ αυτό το πράγμα που λέγεται Ωκεανός;”
“Ο Ωκεανός”, απάντησε το μεγαλύτερο ψάρι, “είναι εδώ που βρίσκεσαι τώρα”.
“Τι αυτό;;” Μα αυτό είναι νερό!! Αυτό που ψάχνω είναι ο Ωκεανός” είπε απογοητευμένο το μικρό ψάρι και απομακρύνθηκε κολυμπώντας για να ψάξει κάπου αλλού.

Σταμάτα να ψάχνεις μικρό ψαράκι. Δεν υπάρχει τίποτα να ψάξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να κοιτάξεις!


ΙΣΤΟΡΙΑ 2
Μια αλατένια κούκλα, ταξίδεψε χιλιάδες μίλια μέχρι που σταμάτησε στην άκρη της θάλασσας. Είχε μαγευτεί από την υγρή κινούμενη μάζα που δεν έμοιαζε με τίποτα από όλα όσα είχε δει ως τότε.
“Τι είσαι;” ρώτησε η αλατένια κούκλα.
“Έλα μέσα και δες μόνη σου” απάντησε η θάλασσα με ένα χαμόγελο.
Έτσι, η αλατένια κούκλα προχώρησε τσαλαπατώντας προς τα μέσα. Όσο πιο βαθιά προχωρούσε τόσο περισσότερο διαλυόταν μέχρι που έμεινε ένα μικρό κομματάκι από αυτή. Πριν διαλυθεί και το τελευταίο μέρος της η κούκλα αναφώνησε με θαυμασμό.
“Τώρα ξέρω τι είμαι εγώ ”

ΙΣΤΟΡΙΑ 3
Ένας που έχει χωρίσει από τη γυναίκα του, δέχτηκε ένα σωρό κατηγορίες από τους φίλους του, που τον ρωτούσαν:
Μα δεν ήταν τίμια; Δεν ήταν καλή;
Τότε εκείνος, βγάζοντας το παπούτσι του, τους ρώτησε αν έβλεπαν ότι ήταν καινούργιο και γερό.
Και όμως, κανένας από σας δεν μπορεί να μου πει που με χτυπάει.
“Πλούταρχος”

ΙΣΤΟΡΙΑ 4
Ένας Εβραίος είδε όνειρο πως ανέβηκε στον όρο Σινά και μιλούσε με τον Θεό:
Ω! Παντοδύναμε, τι είναι για σένα εκατό χιλιάδες χρόνια;
Ένα λεπτό, απάντησε ο Θεός.
Και τι αξία έχουν για σένα εκατό χιλιάδες χρυσές λύρες;
Μια πεντάρα τσακιστή.
Τότε χάρισέ με μια τέτοια πεντάρα, ικέτεψε ο Εβραίος. Και άκουσε την απάντηση:
Περίμενε ένα λεπτό

ΙΣΤΟΡΙΑ 5
Ένας μεγάλος γάτος βλέπει ένα γατάκι να κυνηγά την ουρά του και το ρωτά:
– Γιατί κυνηγάς την ουρά σου;
Και το γατάκι λέει:
– Έχω μάθει ότι το καλύτερο πράγμα για τις γάτες είναι η ευτυχία κι αυτή η ευτυχία είναι η ουρά μου. Γι’ αυτό την κυνηγώ, κι όταν την πιάσω, θα ‘χω την ευτυχία.
Είπε τότε ο μεγάλος γάτος:
– Κι εγώ το ίδιο, γιε μου, έχω δώσει προσοχή στα προβλήματα της ύπαρξης, κι εγώ το ίδιο έκρινα ότι η ευτυχία βρίσκεται στην ουρά μου. Αλλά παρατήρησα πως όσο πιο πολύ την κυνηγούσα τόσο περισσότερο έφευγε μακριά μου, ενώ όταν κοιτάζω τη δουλειά μου, αυτή έρχεται ξοπίσω μου, όπου και να πάω.

Published in: on February 12, 2010 at 5:44 pm  Leave a Comment  

Η Αγάπη, ο Πλούτος και η Ευτυχία

Μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις  γέροντες, φορτωµένους µε τις εµπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού.
Παρ’ όλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε:
“Δεν σας γνωρίζω, όµως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι”.
Αυτοί την ρωτάνε:
“Ο άντρας σου είναι στο σπίτι”;
“Όχι, δεν είναι εδώ”, απάντησε εκείνη.
“Τότε δεν µπορούµε να έρθουµε”, της λένε οι γέροντες.
Όταν επιστρέφει ο σύζυγος, η γυναίκα του περιγράφει το περιστατικό.
Η γυναίκα βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, µιας και ήταν ακόµη εκεί.
“Δεν µπορούµε να έρθουµε όλοι µαζί”, της λένε οι τρεις γέροντες
Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί !
Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγεί ξεκινώντας να της συστήνεται:
“Είµαι ο Πλούτος”, της λέει.
Της συστήνει, µετά, τον δεύτερο που είναι η Ευτυχία.
Και, τέλος, τον τρίτο που είναι η Αγάπη.

“Τώρα”, της λένε, “πήγαινε στον άντρα σου και διαλέξτε ποιος από τους τρεις µας θα έρθει να φάει µαζί σας”. Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της αυτά που της είπαν οι γέροντες.

Ο άντρας ενθουσιάζεται και λέει:
“Τι τυχεροί που είµαστε! Να έρθει ο Πλούτος! Έτσι θα έχουµε όλα όσα επιθυµούµε!”
Η σύζυγός του όµως δε συµφωνούσε:
“Και γιατί να µην έχουµε τη χαρά της Ευτυχίας”;
Η κόρη τους που άκουγε από µια γωνιά, τότε, τους λέει:
“Δε θα’ταν καλύτερα να καλούσαµε την Αγάπη; Το σπίτι µας θα είναι πάντα γεµάτο αγάπη!”

Ας ακούσουµε αυτό που λέει η κόρη µας, λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του.

Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη να περάσει στο σπιτικό µας.

Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά:
“Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει µαζί µας”.

Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι…
…και οι δύο άλλοι να τον ακολουθούν!

Έκπληκτη η γυναίκα,
ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία:
“Εγώ κάλεσα µόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς”;!;!;
Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες µαζί:
“Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έµεναν απ’έξω. Τώρα όµως που κάλεσες την Αγάπη…”
όπου πάει η Αγάπη, πάµε κι εµείς µαζί της!

Δεν έχει σηµασία πού! Όπου υπάρχει Αγάπη, θα υπάρχει επίσης Πλούτος κι Ευτυχία!

Published in: on February 12, 2010 at 5:42 pm  Leave a Comment  

Είμαστε μονάχα οι δύο όψεις ενός νομίσματος !!!

Ο ήλιος καθώς ανέτειλε έλαμψε πάνω στ’ ασημένιο νόμισμα. Και ‘κείνο άνοιξε απότομα τα μάτια του και τεντώθηκε μουδιασμένο ύστερα από τόσες ώρες βαθύ ύπνου. Έκανε  τόση υγρασία εκεί πάνω! Επάνω στην κεραμιδοσκεπή  εκείνου του διώροφου αγροτόσπιτου στην άκρη του χωριού.  «Καλημέρα», είπε ευγενικά στην άλλη του πλευρά.

Καμιά απάντηση.

«Καλή σου μέρα! Ξύπνησε, ξημέρωσε….» είπε ακόμα μια φορά, ακόμα πιο ευγενικά.

Μα η άλλη του πλευρά δεν απάντησε. Δεν είχε απαντήσει ούτε σήμερα. Όπως δεν είχε απαντήσει ποτέ από τότε που θυμάται. Όσο ευγενικά κι αν της είχε μιλήσει, όσες φορές κι αν της το είχε ζητήσει. Κοίταξε τον ήλιο που ανέβαινε στον ουρανό και χαμογέλασε.

«Γιατί δε μου μιλάς;» είπε πάλι στην άλλη του πλευρά.

«Μίλησέ μου, είμαι κι εγώ τόσο μόνη όσο κι εσύ.»

«Μίλησέ μου»

«Το ξέρω, μπορεί να μη σου αρέσει η παρέα μου, μα τι μπορούμε να κάνουμε; Είμαστε μονάχα οι δύο όψεις ενός νομίσματος.  Και θα ‘ταν όμορφο να μιλάμε πότε –πότε. Δεν θα’ταν όμορφο να έχουμε η μία την άλλη;»

Όμως, η άλλη του όψη δεν μιλούσε. Την είχε παρακαλέσει τόσες φορές. Την είχε παρακαλέσει με όσους τρόπους ήξερε. Μα δεν ήξερε δα και πολλούς ! Η μια πλευρά ενός μικρού φτηνού νομίσματος ήταν. Τίποτα περισσότερο.

«Καληνύχτα» της είπε, καθώς έπεφτε το σκοτάδι….

«Καλημέρα» είπε γλυκά με το πρώτο χαμόγελο του ήλιου. Καμιά απάντηση. Ίσως όμως να κοιμόταν ακόμα ! Ας περίμενε λίγο.

Περίμενε μέχρις ότου ο ήλιος ανέβηκε ψηλά. Ένας ήλιος χρυσός. Ένας ήλιος που έλαμπε πάνω το ασημένιο νόμισα, στην κεραμιδοσκεπή εκείνου του αγροτόσπιτου. Και τότε τόλμησε να της μιλήσει και πάλι.

«Είναι όμορφη μέρα σήμερα, έτσι δεν είναι ;»

Μα εκείνη δεν απάντησε. Όπως δεν είχε απαντήσει ποτέ μέχρι σήμερα.

Γιατί;

Δεν την είχε συγκινήσει το ενδιαφέρον της άλλης της όψης;

Μήπως είχε κάποιο λόγο για να μην μιλάει;  Μήπως ήταν κακό να θέλει να μάθει κανείς για την άλλη του όψη;

Αυτή δεν το έβρισκε και τόσο κακό….

Από την άλλη βέβαια τι θα μπορούσε να ξέρει;  Η μια πλευρά ενός μικρού φτηνού νομίσματος ήταν…

Μήπως…

…Μα ναι! Πως δε το είχε σκεφτεί ως τώρα;  Αυτό θα ήταν! Δεν ήταν δυνατόν να είναι τίποτα άλλο.  Αυτό, το τόσο απλό !

«Μήπως δεν μπορείς να μιλήσεις;» της είπε.

«Μήπως θέλεις αλλά δεν μπορείς να μιλήσεις;»

«Κάνε τότε κάποια κίνηση, χτύπα το κεραμίδι και θα καταλάβω.»

«Αν δεν μπορείς να μιλήσεις, χτύπησε το κεραμίδι!»

Τίποτα.

Καμία κίνηση, κανένας θόρυβος. Κι όμως για μια στιγμή το είχε πιστέψει…

Για μια και μόνο στιγμή είχε πιστέψει πως επιτέλους θα επικοινωνούσε με την άλλη της πλευρά.

Με ένα χτύπημα ίσως στο χορταριασμένο κεραμίδι.

Με κάποια ανεπαίσθητη κίνηση θ’ αντάλλασσαν  απόψεις, σκέψεις, συναισθήματα.  Θα έβρισκαν νέους τρόπους να μιλάνε.

Να μιλάνε!

Οι δύο όψεις ενός νομίσματος σε μια σκεπή στην άκρη του χωριού. Δύο όψεις μόνες, ολομόναχες.

Τίποτα. Καμία κίνηση. Κανένας θόρυβος. Η απάντηση ήταν απλή. Δεν ήθελε να της μιλήσει .

«Καλό βράδυ» της είπε, και απέμεινε να κοιτά τον ήλιο καθώς πήγαινε στη δύση. Ήθελε τόσο να κλάψει αλλά δεν θα το έκανε. Ίσως το καταλάβαινε  η άλλη της πλευρά. Ίσως το καταλάβαινε από μια ανεπαίσθητη κίνηση, από έναν λυγμό που θα της ξέφευγε.

Όχι, δεν μπορούσε να κλάψει ! ίσως το καταλάβαινε η άλλη της πλευρά. Και δεν θα ‘θελε με τίποτα να τη στεναχωρήσει.

Ήταν κι εκείνη μια πλευρά μόνη, ολομόναχη. Ίσως πιο μόνη κι από την ίδια.

Μα τότε γιατί δε της μιλούσε; Γιατί;

Αφού ήταν και οι δύο, δύο πλευρές μόνες, ολομόναχες, σε μια σκεπή στην άκρη του μικρού χωριού.

Δεν της είπε καλημέρα εκείνο το πρωί.

Ξεκίνησε με μια ερώτηση που την έπνιγε όλη τη νύχτα. Που τη βασάνιζε όσο δεν έχει βασανιστεί ποτέ, καμιά πλευρά, κανενός νομίσματος σ’ όλα τα χωριά του κόσμου.

«Μήπως με μισείς» της είπε, και με δυσκολία συγκράτησε ένα ρίγημα, ένα δάκρυ στην άκρη των ματιών της.

«Μήπως με μισείς γιατί μπορώ και βλέπω το χωριό και τον ήλιο;» «Μήπως με μισείς γιατί είσαι στραμμένη πάντα προς  το κεραμίδι;»

«Πες μου ! πες μου, σε παρακαλώ…»

Καμιά απάντηση.

«Μα δε φταίω εγώ, το ξέρεις… το θυμάσαι, έτσι δεν είναι;»

«Εκείνο το παλιόπαιδο φταίει, που μας πέταξε σ’ αυτή την σκεπή!»

«Πες μου. Πες μου το θυμάσαι…»

«..Μίλησέ μου, σε παρακαλώ. Είμαι κι εγώ μια πλευρά ενός  μικρού φτηνού νομίσματος. Μίλησέ μου! Πες μου για σένα! Πες μου κάτι ! είμαι η άλλη σου όψη!»

Άρχισε τότε απελπισμένη να της περιγράφει τη μορφή της. Ήταν μια συνηθισμένη μάλλον όψη. Μια φιγούρα γυναίκας με λεπτά χαρακτηριστικά, με όμορφη μυτούλα και συμπαθητικά ματάκια.

Μια γυναίκα φυλακισμένη για πάντα στη σκεπή κάποιου διώροφου αγροτόσπιτου.

«Πες μου για σένα», της είπε

«Πες μου με τι μοιάζεις!»

«Μπορούμε να γίνουμε φίλες ! Μπορούμε αν θέλεις να γίνουμε οι καλύτερες φίλες ! Οι καλύτερες φίλες απ’ όλες τις όψεις, σ’ όλα τα νομίσματα. Οι καλύτερες φίλες σ΄ όλο το χωριό. Σ’ όλη τη χώρα. Σ’ όλο τον κόσμο, αν μου πεις μια κουβέντα. Μια μόνο κουβέντα ! αν μου πεις ότι το θέλεις!»

«Και ‘γω θα υπάρχω τότε μόνο για σένα ! Κι ας μη μου μιλήσεις ποτέ πια…»

Σιωπή. Απόλυτη σιωπή…Μα γιατί;

Ήταν και ‘κείνη μια όψη μόνη, ολομόναχη, ίσως πιο μόνη απ’ όλες τις όψεις του κόσμου….

Από εκείνη τη μέρα κι ύστερα, άρχισε να της περιγράφει ό,τι έβλεπε.

Δεν της ζητούσε να μιλήσει. Όχι πια. Απλά της μίλαγε χωρίς να της ζητά πλέον τίποτα. Της έλεγε για το χωριό και το δάσος πλάι του. Της έλεγε για το μεγάλο δρόμο στη μέση των σπιτιών και την αγορά. Της έλεγε για τον ήλιο και τα σύννεφα. Για τα πουλιά του ουρανού. Για τις καμπάνες που χτυπούσαν κάθε Κυριακή.

Από ‘κείνη τη μέρα κι ύστερα η ζωή αυτής της όψης δεν ήταν η ίδια. Περιέγραφε ό,τι έβλεπε και δεν ζητούσε πια τίποτα.

Δεν ήξερε αν είναι καλό ή κακό το να μη θέλεις να μάθεις για την άλλη σου όψη. Όμως η ζωή της ήταν πιο όμορφη από ‘κείνη τη μέρα. Κι ένοιωθε λιγότερο μόνη, πολύ λιγότερο μόνη, από οποιαδήποτε άλλη όψη, σε οποιαδήποτε γωνιά του χωριού.

Ήταν μια όψη λιγότερο μόνη.

Πρώτη φορά από τότε που βρέθηκαν σ’ εκείνη τη στέγη, που ξεσπούσε η καταιγίδα. Η πρώτη καταιγίδα του χειμώνα. Κι ήταν τόσο χαρούμενη που οι χοντρές στάλες χτυπούσαν πάνω της. Που προστάτευε την ακριβή της άλλη όψη !

Ο αέρας δυνάμωσε πολύ.

Δυνάμωσε τόσο που τα κεραμίδια άρχισαν να τρέμουν. Έτρεμαν τόσο, όσο ποτέ άλλοτε δεν έτρεμαν τα κεραμίδια του διώροφου αγροτόσπιτου.

Και τότε συνέβη το κακό !

Τόσο γρήγορα που καμιά όψη, σε οποιαδήποτε άκρη του κόσμου δεν θα καταλάβαινε τι γινόταν….

Απλά αισθάνθηκε να κυλά στη χορταριασμένη σκεπή.

Έκανε τόση, μα τόση υγρασία εκεί κάτω !

Εκεί κάτω, στη μέση του κήπου ενός μικρού αγροτόσπιτου στην άκρη του χωριού.

Ωστόσο, ήταν μια όψη ακόμα πιο χαρούμενη ! κι όμως ήταν μια όψη χωμένη στη λάσπη. Η όψη μιας γυναίκας με λεπτά χαρακτηριστικά, χωμένη στη λάσπη.

Κι όμως ήταν τόσο χαρούμενη!

Η άλλη της όψη μπορούσε να βλέπει και πάλι τα σύννεφα.

Τις άμαξες και τους δρόμους. Τις καμπάνες και τα δάση. Την άλλη της όψη, τη χτύπαγε ο ήλιος !

Ναι, ήταν τόσο χαρούμενη. Τόσο χαρούμενη όσο δεν ήταν ποτέ καμία όψη, κανενός νομίσματος, σ’  όλο το χωριό.

Και η άλλη της όψη σίγουρα θα της μιλούσε. Εκείνη η όψη που ποτέ δεν της είχε μιλήσει ποτέ ως τότε.

Τώρα σίγουρα θα της περιέγραφε τα πάντα. Ό,τι έβλεπε. Τα βουνά και τα δάση. Το χωριό και τα σπίτια. Τον ήλιο και τα σύννεφα…

Έστω κι αν εκείνη δε θα μπορούσε να της μιλήσει. Έστω κι αν ήταν πλέον μια όψη χωμένη στη λάσπη.

Ήταν ωστόσο δύο όψεις λιγότερο μόνες. Λιγότερο μόνες από οποιεσδήποτε άλλες όψεις, σ’  εκείνο το μικρό χωριό με τ’ αγροτόσπιτα.

Και τότε συνέβη το κακό !

Τόσο γρήγορα που καμιά όψη σε οποιαδήποτε άκρη του κόσμου δε θα καταλάβαινε τι συμβαίνει.

Όμως εκείνη είχε δυστυχώς προλάβει… είχε δυστυχώς προλάβει να καταλάβει τα πάντα…

….Δεν υπήρχε πια καθόλου υγρασία.

Ήταν μια όψη πεντακάθαρη, σε περίοπτη θέση της συλλογής εκείνου του συλλέκτη. Κι ήταν, μα την αλήθεια, το πιο παράξενο, το πιο περίεργο κομμάτι της συλλογής.

Ήταν ένα νόμισμα σπάνιο και πανάκριβο.

Ένα νόμισμα πράγματι μοναδικό !

Ένα νόμισμα που ποτέ κανείς συλλέκτης δεν είχε ξαναβρεί !

Εκείνο το νόμισμα στο γυάλινο κουτί στη μέση της μεγάλης συλλογής ήταν – και μη με ρωτήσετε πως και γιατί – ένα νόμισμα με μόνο μια όψη!

Ναι, σωστά ακούσατε!

Ένα νόμισμα με μια μόνο όψη.

….Μια όψη τόσο μόνη,

Όσο καμία άλλη όψη, σε κανένα άλλο νόμισμα, σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου.

Published in: on February 1, 2010 at 1:18 pm  Leave a Comment  
%d bloggers like this: