Το μολύβι και ο άνθρωπος

Ο κατασκευαστής μολυβιών πήρε το μολύβι στην άκρη, λίγο πριν το τοποθετήσει μέσα στο κουτί.

«Υπάρχουν 5 πράγματα που χρειάζεται να γνωρίζεις», είπε στο μολύβι, «προτού σε στείλω έξω στον κόσμο. Πάντα να τα θυμάσαι και μην τα ξεχάσεις ποτέ, και θα γίνεις το καλύτερο μολύβι που θα μπορούσες να γίνεις»

«Πρώτον :Θα είσαι ικανό να κάνεις σπουδαία πράγματα, αλλά μόνο αν επιτρέψεις στον εαυτό σου να σε κρατάει το χέρι Κάποιου».

«Δεύτερον: κατά καιρούς θα υποστείς επίπονο ξύσιμο, αλλά το χρειάζεσαι για να γίνεις καλύτερο μολύβι».

«Τρίτον: θα έχεις την ικανότητα να διορθώνεις τα λάθη που κάνεις».

«Τέταρτον: το πιο σημαντικό κομμάτι σου βρίσκεται πάντα μέσα σου».

«Και Πέμπτον: σε κάθε επιφάνεια που θα σε χρησιμοποιούν, πρέπει να αφήνεις το σημάδι σου. Ανεξάρτητα από τις συνθήκες, πρέπει να συνεχίζεις να γράφεις».

Το μολύβι κατάλαβε όσα άκουσε και υποσχέθηκε να τα θυμάται, και πήγε μέσα στο κουτί με στόχους στην καρδιά του.

Τώρα αντικατέστησε το μολύβι με τον εαυτό σου. Πάντα να τα θυμάσαι και να μην τα ξεχνάς, και θα γίνεις ο καλύτερος άνθρωπος που θα μπορούσες να γίνεις.

«Πρώτον : θα μπορέσεις να καταφέρεις σπουδαία πράγματα, αλλά μόνο αν επιτρέψεις στον εαυτό σου να τον προστατεύει ο Θεός. Και να επιτρέψεις σε κάποιον άλλο άνθρωπο να έρθει κοντά σου για όλα τα προτερήματα που διαθέτεις.»

«Δεύτερον : θα υποστείς οδυνηρές εμπειρίες κατά καιρούς, αντιμετωπίζοντας διάφορα προβλήματα στη ζωή, αλλά τα χρειάζεσαι για να γίνεις πιο δυνατό άτομο.»

«Τρίτον : θα μπορείς να διορθώνεις τα λάθη που κάνεις.»

«Τέταρτον : το πιο σημαντικό κομμάτι σου είναι αυτό που έχεις μέσα σου.»

«Και Πέμπτον : σε κάθε επιφάνεια που περπατάς, πρέπει να αφήνεις το σημάδι σου. Ανεξάρτητα από τις συνθήκες, πρέπει να συνεχίζεις να εκτελείς τα καθήκοντά σου.»

*****************************************************************************************************************

Είμαστε ασυνείδητα δυνατοί. Η μεγαλύτερη τραγωδία είναι ότι φοβόμαστε τη δύναμή μας, δεν φοβόμαστε το σκοτάδι, αλλά το φως. Χρειάζεται να καταλάβουμε πως δεν είναι τα γεγονότα που μας επηρεάζουν, αλλά ο τρόπος που τα ερμηνεύουμε. Αυτό που είναι σημαντικό, δεν είναι αυτό που κατακτώ, αλλά αυτό που γίνομαι για να επιτύχω αυτό που θέλω να πετύχω.

Ο φόβος μας οδηγεί σε συμπεριφορές

Όταν φοβάσαι την αποτυχία, δεν προσπαθείς.

Όταν έχεις ένα φόβο, ταυτίζεσαι με αυτόν.

Όταν φοβάσαι ότι θα αποτύχεις, αυτό που δίνεις είναι περιορισμένο.

Είναι απίστευτες οι δικαιολογίες που έχουμε στο νου μας για να μην κάνουμε πράγματα.

Η μεγαλύτερή σου επιθυμία σκοντάφτει με το μεγαλύτερό σου φόβο.

Μόνο όταν έρθεις αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερό σου φόβο (και τους φόβους σου γενικά) τότε μεγαλουργείς.

Βγες έξω από τις γραμμές και ζωγράφισε εκεί.  Ο κόσμος είσαι ΕΣΥ.

Ανέλαβε δράση για τον εαυτό σου.

Γεννήθηκες την κατάλληλη εποχή. Είσαι ένα πολύ σημαντικό άτομο και μόνο ΕΣΥ μπορείς να εκπληρώσεις το σκοπό για τον οποίο γεννήθηκες.


Ότι δίνεις, αυτό παίρνεις πάντα πίσω….

«Ένας γιος και ο πατέρας του περπατούσαν στα βουνά.
Ξαφνικά, ο γιος του πέφτει, χτυπάει και κραυγάζει: «ααααααααααααααααα!!!»
Προς έκπληξή του, ακούει μια  φωνή, κάπου στο βουνό: «ααααααααααααα!!! » Περίεργος, φωνάζει: «Ποιός είσαι;»
Λαμβάνει την απάντηση: «Ποιός είσαι;»
Και έπειτα φωνάζει στο βουνό: «Σε θαυμάζω!»
Και η φωνή του απαντά: «Σε θαυμάζω!»
Θυμωμένος από την απάντηση, φωνάζει: «Δειλέ!»
Λαμβάνει την απάντηση: «Δειλέ!»
Κοιτάζει τον πατέρα του και ρωτά: «Τι συμβαίνει;»
Ο πατέρας χαμογελά και λέει: «Δώσε προσοχή, γιε μου.»
Πάλι ο γιος φωνάζει: «Είσαι πρωτοπόρος!»
Και η φωνή του απαντά: «Είσαι πρωτοπόρος!»
Το αγόρι είναι έκπληκτο, αλλά δεν καταλαβαίνει.
Κατόπιν ο πατέρας εξηγεί: «Οι άνθρωποι το ονομάζουν Ηχώ, αλλά στην πραγματικότητα είναι η Ζωή.
Σου δίνει πίσω όλα όσα λες ή κάνεις.
Η ζωή μας είναι απλά μια αντανάκλαση των ενεργειών μας.
Εάν θέλεις περισσότερη αγάπη στον κόσμο, δημιούργησε περισσότερη αγάπη στην καρδιά σου.
Εάν θέλεις περισσότερη ικανότητα στην ομάδα σου, βελτιώστε τις ικανότητές σας.
Αυτή η σχέση ισχύει για όλα, σε όλες τις πτυχές της ζωής.
Η ζωή θα σου δώσει πίσω όλα όσα έχεις δώσει σε αυτήν»

«Η ΖΩΗ ΣΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΣΥΜΠΤΩΣΗ. ΕΊΝΑΙ ΜΙΑ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΣΑΣ! »

Έρωτας και Ψυχή

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν  μια  κοπέλα που λεγόταν Ψυχή και ήταν η κόρη ενός ισχυρού βασιλιά που έζησε στην αρχαιότητα. Ήταν λοιπόν μία όμορφη βασιλοπούλα, τόσο όμορφη όμως, που η ομορφιά της δεν ήταν ανθρώπινη. Η εμφάνιση της και μόνο, την ανέβαζε πιο ψηλά απο την γήινη σφαίρα αλλά το χάρισμα της, δοσμένο από τους θεούς, την καταδίκαζε σε σκληρή μοναξιά. Όταν η Ψυχή μεγάλωσε κι έφτασε σε ηλικία γάμου, πολλοί μνηστήρες που ήξεραν τη φήμη της έρχονταν απ’όλα τα μέρη του κόσμου για να την θαυμάσουν, αλλά όταν έφταναν στο παλάτι και την αντίκρυζαν με δέος, έφευγαν τρομαγμένοι και θλιμμένοι, γιατί κανένας τους δε θα τολμούσε ποτέ να την κάνει δική του..

Έτσι λοιπόν τα χρόνια περνούσαν και η Ψυχή έβλεπε τις φίλες της και τις αδελφές της να παντρεύονται, να κάνουν παιδιά και να φεύγουν απο κοντά της, κι η ίδια έμενε πάντα μόνη στο παλάτι του πατέρα της.

Ο βασιλιάς λοιπόν, που δεν άντεχε να βλέπει την κόρη του να ζει σε τόση μοναξιά, ταξίδεψε μια μέρα μέχρι το Δελφικό μαντείο του Απόλλωνα, κι αφού θυσίασε και αφιέρωσε στους θεούς όσα πρόσταζαν τα έθιμα της εποχής του, ζήτησε από τους θεούς να βρουν ένα ταίρι στην Ψυχή. Και οι θεοί λυπήθηκαν τον θνητό και αποφάσισαν να τον βοηθήσουν. Όμως η βοήθεια των θεών είναι πάντα δύσκολη κι αινιγματική.. Έτσι λοιπόν ανακοίνωσαν στο βασιλιά ότι θα δώσουν αυτοί σύζυγο στην πριγκίπισσα, αρκεί αυτός να την ντύσει νύφη και να την εκθέσει σε ένα βράχο. Εκεί, οι θεοί υποσχέθηκαν οτι θα στείλουν ένα τρομερό τέρας που θα πάρει την Ψυχή και θα την κάνει δική του.
Ο βασιλιάς γύρισε στο παλάτι έντρομος. Τί θα γινόταν η Ψυχή, η αγαπημένη του κόρη; Όμως ακόμα περισσότερο φοβόταν τους θεους.. Ο ίδιος έθεσε την θυγατέρα του στο έλεος των θεών και τώρα έπρεπε να υπακούσει στη θέληση τους. Έτσι ανακοίνωσε στο παλάτι το χρησμό.

Την καθορισμένη μέρα,οι κοπέλες του παλατιού στόλισαν την Ψυχή με τα νυφικά της ενδύματα και μία νεκρώσιμη πομπή τη συνόδευσε στο βράχο. Ο οίκος θρηνούσε για τη δύστυχη πριγκίπισσα που δε θα ξανάβλεπε το παλάτι του πατέρα της. Εκεί, άφησαν την κοπέλα μόνη κι επέστρεψαν στο παλάτι.

Όταν η Ψυχή έμεινε μόνη,ένας πολύ δυνατός άνεμος άρχισε να φυσά μέχρι που τη σήκωσε ψηλά και την μετέφερε πολύ-πολύ μακριά! Όταν άρχισε να πέφτει η νύχτα, ο άνεμος κατέβασε την τρομαγμένη κοπέλα και την άφησε σε μία ήρεμη καταπράσινη κοιλάδα όπου την αποκοίμησε με το τραγούδι του. Το πρωί η πριγκίπισσα ξύπνησε από όμορφα νυφιάτικα τραγούδια και είδε πως βρισκόταν στους όμορφους κήπους ενός ολόχρυσου παλατιού! Γύρω της βρίσκονταν νεαρές υπηρέτριες που την υποδέχονταν και τη φρόντιζαν με στοργή, γελούσαν και τραγουδούσαν ευτυχισμενές μαζί της.

Η μέρα της πέρασε όμορφα και γρήγορα, χωρίς όμως η Ψυχή να γνωρίσει ή να μάθει οτιδήποτε για τον σύζυγο της. Όταν ήρθε το βράδυ η Ψυχή αποσύρθηκε στην κάμαρα της ευτυχισμένη για όλα τα καλά που της είχε δώσει η μέρα και με εμπιστοσύνη στους θεούς για την επιλογή τους. Κάποια στιγμή, ένας αέρας έπαιξε με τα παραπετάσματα του δωματίου και παρέσυρε τη φλόγα του λυχναριού, αφήνοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι. Τότε παρουσιάστηκε στην Ψυχή ο σύντροφός της και σμίξανε χωρίς η Ψυχή να δεί τη μορφή του.

Κάθε βράδυ από τότε, το ζευγάρι βρισκόταν με τον ίδιο τρόπο και περνούσαν τις νύχτες τους μαζί, ευτυχισμένοι κι αγαπημένοι. Και κάθε βράδυ η Ψυχή ρωτούσε με αγωνία να μάθει το όνομα του, μα κάθε φορά αυτός της το αρνιόταν. Της έλεγε πως θα ζήσουν μαζί ευτυχισμένοι, για πάντα, αρκεί να σεβαστούν το μοναδικό κανόνα που οι θεοί τους είχαν επιβάλλει: να μην της αποκαλύψει ποτέ ποιός είναι! Αν κάποτε η ψυχή έβλεπε τον άντρα της, η τιμωρία θα ήταν αιώνιος χωρισμός για το ζευγάρι!

Έτσι η Ψυχή ζούσε ευτυχισμένη στο παλάτι της, περνώντας τις μέρες με τις υπηρέτριες της και τις νύχτες με τον καλό της. Ένιωθε τυχερή για την εύνοια που της είχαν δείξει οι θεοί και δεν της έλειπε τίποτα.. Εκτός ίσως από την οικογένεια της, που θα ανησυχούσε για την τύχη της και θα ήθελε να τους δει για να τους πει πόσο όμορφα ζει στο παλάτι του αντρός της. Ένα βράδυ μάλιστα του ζήτησε σαν χάρη να αφήσει τις αδελφές της να την επισκεφτούν, κι αυτός το επέτρεψε.

Όταν ήρθαν στο χρυσό παλάτι οι αδελφές τις Ψυχής, είχαν την καλύτερη υποδοχή, το καλύτερο γεύμα και τα πιο όμορφα δωμάτια για να μείνουν! Εντυπωσιάστηκαν από τα πλούτη και την τύχη της αδελφής τους και ένιωσαν την ευτυχία της! Όμως οι ίδιες δεν ήταν το ίδιο ευτυχισμένες και φυσικά έψαξαν τρόπο να υποσκελίσουν την ευτυχία της Ψυχής…Όταν λοιπόν κατάλαβαν ότι η Ψυχή δεν έχει δει ποτέ τον άντρα της, αμέσως τη φόβισαν να μην έχει καμία εμπιστοσύνη, και της θύμισαν το χρησμό που έλεγε οτι άντρας της θα γινόταν ένα φοβερό τέρας. Για να είναι σίγουρη λοιπόν ότι δεν θα την κατασπαράξει αυτό το τέρας, έπρεπε να κρύψει στην κρεββατοκάμαρα ένα λυχνάρι, και όταν ο άντρας της θα πέσει σε βαθύ ύπνο να το ανάψει κρυφά και να δεί τη μορφή του.

Η καημένη η Ψυχή, που λάτρευε τον άντρα της και ήθελε απεγνωσμένα να δεί την όψη του, σκέφτηκε ότι δεν έχει να χάσει κάτι με τις συμβουλές των αδελφών της και ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να δεί τον αγαπημένο της έστω κι αν θα πρέπει να το κρατήσει κρυφό από τον ίδιο.
Έτσι λοιπόν, το ίδιο βράδυ που έφυγαν οι αδελφές της, ρώτησε για άλλη μια φορά τον άντρα της να της πεί το όνομα του. Αυτός όμως της απάντησε πως, αν μάθει ποιός ειναι, μπορεί να τον φοβηθεί ή μπορεί και να τον λατρέψει σαν θεό, όμως αυτός ήθελε μόνο την αγάπη της και δεν επιθυμούσε να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο ζούσαν.

Η περιέργεια όμως της Ψυχής, ήταν αδύνατον να μην ικανοποιηθεί τώρα πια.Έτσι, μόλις ο άντρας της αποκοιμήθηκε, έτρεξε να βρεί το κρυμμένο λυχνάρι και το άναψε με παιδικό ενθουσιασμό. Έκπληκτη είδε μπροστά της, ξαπλωμένο στο κρεββάτι και αποκοιμισμένο, έναν πανέμορφο έφηβο με κατάλευκα φτερά! Λουσμένο από την θεϊκη του αύρα, τον ίδιο το θεό Έρωτα, το ιερό τέρας που λάτρευαν και φοβόντουσαν συνάμα, θεοί και θνητοί! Ο Έρωτας ήταν αυτός που κοιμόταν δίπλα της, αυτός που της πρόσφερε τα πάντα και την έκανε ευτυχισμένη! Συγκινημένη, θέλησε να πλησιάσει λίγο πιο κοντά του, για να μπορέσει να δεί καλύτερα το λατρεμένο του πρόσωπο..Καθώς τον πλησίασε με πραγματικό εκστασιασμό, το τρεμάμενο χέρι της άφησε μία σταγόνα καυτό λάδι να ξεφύγει από το λυχνάρι και να πέσει πάνω στον κοιμισμένο Έρωτα…

Ο Έρωτας ξύπνησε από τον ξαφνικό πόνο και είδε πάνω από το κεφάλι του την Ψυχή να στέκεται ακίνητη και να τον κοιτά με τρόμο και εκστασιασμό. Χωρίς να πεί λέξη, σηκώθηκε, πήγε προς το παράθυρο και πέταξε μακριά. Η Ψυχή τον ακολούθησε ως εκεί, μα η ίδια δεν είχε φτερά για να τον ακολουθήσει και έπεσε στο έδαφος.Ο Έρωτας στάθηκε για μια στιγμή και πέταξε πάνω από την Ψυχή και της είπε: «Δεν ξέρω γιατί οι θνητοί δεν δέχονται τη θεϊκη γαλήνη, ούτε αποδέχονται την ευτυχία που οι ίδιοι ζητούν. Μα τώρα, ανόητη Ψυχή, θα πρέπει να σε αφήσω». Και έφυγε από κοντά της…

Η Ψυχή έκλαιγε και φώναζε το όνομα του για ώρες και μόλις σήκωσε το κεφάλι είδε οτι το χρυσό παλάτι είχε εξαφανιστεί και η ίδια βρισκόταν πολύ κοντά στο πατρικό της σπίτι. Αφού αναπαύθηκε εκεί για λίγες μέρες, αποφάσισε ότι πρέπει τώρα η ίδια να αναζητήσει τον χαμένο Έρωτα και να γυρίσει τις γνώμες των θεών υπέρ της, για να τη βοηθήσουν μία μέρα να ξαναγίνει ευτυχισμένη. Έτσι, έφυγε ξανά από το παλάτι του πατέρα της και στο ταξίδι της περνούσε από τα ιερά των διαφόρων θεών, όπου δούλευε σαν σκλάβα και εκλιπαρούσε για την εύνοια τους. Οι περισσότεροι θεοί την λυπόντουσαν στο τέλος και τη συγχωρούσαν, μα όλοι της έδιναν μία συμβουλή: «Εμείς δεν μπορούμε να σου δώσουμε πίσω όσα έχασες, αλλά θα πρέπει να εξευμενίσεις την οργή της Αφροδίτης, της μητέρας του Έρωτα, η οποία δε σε συγχωρεί για τα λάθη σου». Κι έτσι η Ψυχή κατέφυγε στο μεγάλο ναό της Αφροδίτης..

Η Αφροδίτη δεν λυπήθηκε την Ψυχή, ούτε ένιωσε τον πόνο της, ούτε προσφέρθηκε να την βοηθήσει. Ούτε και την συγχώρησε για το κακό που έκανε στον γιο της με τόση αφέλεια. Αντίθετα, κράτησε την Ψυχή ως σκλάβα στον ναό και κάθε μέρα της ανέθετε πολλές και σκληρές δοκιμασίες μέχρις ότου η Ψυχή να αποδείξει ότι αξίζει τον Έρωτα. Πολλές φορές η Ψυχή νόμισε ότι δεν θα καταφέρει να ξεπεράσει τα εμπόδια και να ολοκληρώσει τις δουλειές που της ανέθετε η Αφροδίτη, όμως σε τέτοιες στιγμές, με τρόπο μαγικό, διαπίστωνε ότι λίγη από τη δύναμη του Έρωτα είχε μείνει επάνω της, σαν ευλογία, κι έτσι πάντα κατόρθωνε να φέρει σε πέρας το έργο της κάθε ημέρας..

Όλες οι εποχές πέρασαν κι έκαναν κύκλο, κι όλες βρήκαν την Ψυχή να δουλεύει σαν σκλάβα στον ναό της Αφροδίτης. Και όταν η θεά πίστεψε πως είχε περάσει αρκετός χρόνος είπε στην Ψυχή: «Θα σου επιβάλλω μια τελευταία δοκιμασία, και αν καταφέρεις να την ξεπεράσεις θα σου επιτρέψω να βρεις ξανά τον γιο μου. Θέλω να κατέβεις στο βασίλειο του Άδη και να βρεις την Περσεφόνη, από την οποία θα ζητήσεις να μου στείλει σε αυτό εδώ το κουτάκι λίγη από την ομορφιά της. Αν γυρίσεις μέχρι το βράδυ με το κουτί γεμάτο, θα σε συγχωρήσω».

Η δύστυχη Ψυχή δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε όλη την διάθεση να φτάσει ακόμα και στο βασίλειο του Άδη προκειμένου να ξαναβρεθεί κάποτε στο πλάι του Έρωτα, όμως δεν ήξερε το δρόμο, ούτε πώς θα μπορούσε να εκτελέσει μια τέτοια αποστολή τόσο γρήγορα. Έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει το μόνο δρόμο που ήξερε για την χώρα των νεκρών, τον πιο σύντομο δρόμο… Ανέβηκε σε ένα ψηλό βράχο και ετοιμάστηκε να βουτήξει στο κενό.. Από μακριά όμως την είδε ο Ζέφυρος, ο άνεμος που κάποτε την είχε μεταφέρει στο χρυσό παλάτι, και την λυπήθηκε. Πήγε κοντά της, την αγκάλιασε και της σφύριξε στο αυτί: «Πού θέλεις να πας πριγκίπισσα με τόση απελπισία;» Και η Ψυχή του είπε την δοκιμασία της Αφροδίτης. Τότε ο Ζέφυρος, ο συμπονετικός, σήκωσε για άλλη μια φορά την Ψυχή και την μετέφερε στο βασίλειο του Άδη.

H Ψυχή τρομαγμένη περπάτησε ανάμεσα στις σκιές των νεκρών αμίλητη, προχωρώντας πάντα μπροστά μέχρι που έφτασε στο πιο απομακρυσμένο σημείο. Εκεί, σκάλες λαξεμένες στο βράχο οδηγούσαν πολύ βαθειά σε μια σκοτεινή χαράδρα και η Ψυχή ακολούθησε αυτές τις σκάλες και βούτηξε στο σκοτάδι… Για πολύ ώρα κατέβαινε προς τα κάτω, ώσπου τα πόδια της πάτησαν σε σταθερό χλοερό έδαφος και η ομίχλη γύρω της εξαφανίστηκε. Το σκοτάδι έσπασε και ένα τρομακτικό απόκοσμο φώς της φανέρωσε μια μικρή θλιμμένη κοιλάδα και στο βάθος της το παλάτι του Άδη.

Έξω από το παλάτι η Ψυχή γονάτισε και κάλεσε το όμορφο όνομα της Περσεφόνης. Η Περσεφόνη άκουσε το κάλεσμα της Ψυχής και βγήκε έξω από το παλάτι να την συναντήσει: «Δεν νομίζω πως σε ξέρω και ούτε κατοικείς εδώ. Μια μέρα θα έρθεις για να μείνεις μα τώρα τι είναι αυτό που ζητάς θνητή στην χώρα των ψυχών;» Η Ψυχή προσκύνησε την Περσεφόνη και δεν δίστασε να της ζητήσει να γεμίσει το κουτάκι της με λίγη από την ομορφιά της, για να το στείλει πίσω στην Αφροδίτη που το ζητούσε σαν δώρο από την Περσεφόνη, μα σαν φόρο από την Ψυχή. Η Περσεφόνη χωρίς δισταγμό πήρε το άδειο κουτί από τα χέρια της κοπέλας, και φύσηξε μέσα σε αυτό λίγη από την ομορφιά της, για να το στείλει στην Αφροδίτη. Μετά έκλεισε το κουτάκι, το έβαλε στα χέρια της Ψυχής και της είπε να γυρίσει γρήγορα στο ναό της Αφροδίτης, χωρίς να σταματήσει στο δρόμο και κυρίως, χωρίς να ανοίξει το κουτί γιατί δεν επιτρεπόταν μια θνητή να δει ή να αγγίξει την ομορφιά των θεών.

Η Ψυχή ευχαρίστησε την Περσεφόνη, δέχτηκε το κουτί και πήρε κατευθείαν το δρόμο του γυρισμού. Για άλλη μια φορά διέσχισε αμίλητη την χώρα των νεκρών, χωρίς να μιλήσει στις σκιές των πεθαμένων που την κύκλωναν και της απεύθυναν θλιμμένα λόγια. Όταν βγήκε από το βασίλειο του Άδη και την χάιδεψε ξανά το ζεστό φως του ήλιου η καρδιά της γέμισε χαρά και ηρεμία. Τώρα πια τα δύσκολα πέρασαν και το μόνο που απέμεινε να γίνει ήταν να παραδώσει το κουτάκι στην Αφροδίτη και έτσι πολύ γρήγορα θα μπορούσε να βρεθεί πολύ κοντά στον Έρωτα!

Όμως, η σκέψη του αγαπημένου της, ξύπνησε στην Ψυχή ματαιόδοξες σκέψεις…Ο αγαπημένος της ήταν θεός και ήταν αιώνια νέος και όμορφος. Αυτή όμως ήταν θνητή και η ομορφιά της εφήμερη. Σκέφτηκε λοιπόν, πώς δεν θα ήταν έγκλημα, ούτε και θα το μάθαινε κανείς, αν έπαιρνε λίγη μόνο από την ομορφιά των θεών που κρατούσε στα χέρια της εκείνη την στιγμή! Έτσι, άνοιξε λίγο το κουτάκι…

Από το κουτάκι όμως ξεχύθηκε ο μαγικός Ύπνος και αμέσως μόλις ελευθερώθηκε, σκέπασε την Ψυχή και την βύθισε στον κόσμο των ονείρων! Και η Ψυχή που είχε υπομείνει τόσα μαρτύρια και είχε φτάσει πλέον τόσο κοντά στην ολοκλήρωση της αναζήτησης της, απέμεινε να κοιμάται αιώνια στην σκιά ενός δέντρου, πλάι στο δρόμο που οδηγούσε από τις σκιές του Άδη στην γη των ζωντανών και στο ναό της Αφροδίτης. Και λένε πως η Ψυχή έμεινε εκεί για χρόνια κοιμισμένη και ονειρευόταν τον Έρωτα…

Κάποια μέρα ο Έρωτας πέρασε από εκείνο το απομακρυσμένο μέρος πετώντας και καθώς είδε την Ψυχή κοιμισμένη στο γρασίδι την λυπήθηκε κι ένιωσε την ανάγκη να την ξυπνήσει και να την κάνει ξανά δική του. Έτσι, κατέβηκε στο έδαφος, μάζεψε τον Ύπνο από πάνω της και τον φυλάκισε ξανά στο κουτί του. Τότε την πήρε στην αγκαλιά του και την ξύπνησε με ένα από τα βέλη του!

Τώρα που ο Έρωτας και η Ψυχή ήταν πάλι μαζί δεν θα άντεχαν να ξαναβρεθούν ο ένας μακριά από τον άλλο. Η Αφροδίτη όμως δεν είχε εξευμενιστεί και δεν θα τους επέτρεπε να γίνουν ευτυχισμένοι. Για αυτό ο Έρωτας σήκωσε στα χέρια του την Ψυχή και την πήγε με τα φτερά του στον Όλυμπο, να πει τις δοκιμασίες της στον Δία, τον πατέρα των θεών και να του ζητήσουν την βοήθεια του…

Λένε πως ο Δίας, ο άρχοντας των θεών, ο κυρίαρχος του κόσμου, είναι αυτός που συμπόνεσε περισσότερο από όλους τη θνητή Ψυχή.. Λένε πως αυτός της έδωσε την άδεια να σμίξει με τον Έρωτα.. Λένε πως εκείνη την ημέρα, στον Όλυμπο, έκανε την Ψυχή αθάνατη…

Δύο του Διογένη

Λένε ότι ο Διογένης τριγυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας ντυμένος με κουρέλια και κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών.

Λένε πως ένα πρωί, όταν ο Διογένης ακόμα ήταν μισοκοιμισμένος μπροστά σε μια πόρτα όπου είχε περάσει τη νύχτα του, πέρασε από εκεί ένας πλούσιος γαιοκτήμονας.

«Καλημέρα» είπε ο άρχοντας.

«Καλημέρα» αποκρίθηκε ο Διογένης.

«Αυτή η εβδομάδα μου πήγε πολύ καλά κι ήρθα να σου δώσω αυτό το πουγκί με τα χρήματα»

Ο Διογένης τον κοίταξε αμίλητος και συνέχισε να κάθεται ακίνητος.

«Πάρ’ τα. Δεν είναι παγίδα. Δικά μου είναι και σου τα δίνω. Ξέρω ότι τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα»

«Εσύ έχεις κι άλλα;» ρώτησε ο Διογένης.

«Και βέβαια έχω» αποκρίθηκε ο πλούσιος. «Έχω κι άλλα πολλά»

«Και δεν θα ήθελες να είχες περισσότερα από όσα έχεις;»

«Ναι, και βέβαια θα ήθελα»

«Τότε κράτησε αυτά τα χρήματα, γιατί εσύ τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα»

Ορισμένοι διηγούνται πως ο διάλογος συνεχίστηκε κάπως έτσι:

«Έχω ήδη ένα κέρμα» είπε ο Διογένης, και του το έδειξε, «και θα μου φτάσει για ένα πιάτο πληγούρι, ίσως και για μερικά πορτοκάλια»

«Σύμφωνοι, όμως θα πρέπει να φας κι αύριο και μεθαύριο και την επόμενη μέρα. Αύριο που θα βρεις λεφτά;»

«Αν εσύ με διαβεβαιώσεις, χωρίς κανένα ενδεχόμενο λάθους, ότι θα είμαι ζωντανός αύριο, τότε ίσως να πάρω τα χρήματά σου…»

Το κερί και το σπίρτο

Μια φορά κι ένα καιρό, σε μια μεγάλη σκοτεινή σπηλιά, στη κορυφή του πιο ψηλού βράχου, ζούσε μόνο κι έρημο, ένα μικρό κερί. Ένα κερί σβηστό, που μέτραγε τις μέρες της ύπαρξής του.

«Μα τι κάνω εγώ εδώ μόνο μου» αναρωτιόταν. «Έτσι σβηστό που είμαι, πόσο πολύ κρυώνω! Πόσο πολύ φοβάμαι και πόσο άχρηστο νιώθω. Μια σκοτεινή κουκίδα μέσα σε τούτη τη σπηλιά».

Κι ο χρόνος περνούσε και το κερί μετρούσε τις μέρες της ανούσιας, σκοτεινής ζωής του..

Μια μέρα, άνεμος δυνατός φύσηξε έξω από τη σπηλιά και στο πέρασμά του παράσερνε ό,τι μικρό κι αδύναμο υπήρχε. Φτερά από πουλιά που είχαν την φωλιά τους στην βάση του βράχου, ξερά φύλλα και κλαδιά, σπόρους από λουλούδια εξωτικά κι ένα… σπίρτο, ένα τόσο δα μικρό σπίρτο, ψηλόλιγνο και γυαλιστερό, με κόκκινο, αστραφτερό καπέλο, στο μικρό του κεφάλι!
Με το δεύτερο φούυυυυυυυ του άνεμου, το σπίρτο απογειώθηκε και με δύναμη παρασύρθηκε μέσα στη σκοτεινή σπηλιά. Έπεσε με δύναμη κάτω στο τραχύ έδαφος και… Ωχ!!!
-«Μα που βρίσκομαι» είπε με τη τσιριχτή φωνή του.

Στην αρχή δυσκολεύτηκε στο σκοτάδι, αλλά σα σπίρτο που ήταν έστω και σβηστό, σύντομα συνήθισε να βλέπει ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.

-«Αμάν»! είπε… «Τι είσαι εσύ»;
-«Δε με βλέπεις;» είπε το κερί με τη παραπονιάρικη φωνή του..«Είμαι ένα κερί»! 
Και να που ακόμα και τ’ αταίριαστα μπορούνε να ταιριάξουν…
Εκεί μέσα στην ερημιά, την υγρασία και το σκοτάδι της σπηλιάς, το κερί και το σπίρτο ενώσανε τη μοναξιά και το κοινό τους πρόβλημα.
Ήταν και τα δύο σβηστά, έρημα, μόνα και παραμελημένα μέσα σε τούτη τη σκοτεινή, άψυχη σπηλιά.
Το σπίρτο τέντωνε το λυγερό κορμί του κι ακουμπούσε πάνω στο κερί και το κερί έκανε νάζια και καμώματα.
Τώρα οι ελπίδες να φτάσουνε στο όνειρο, όλο και μεγάλωναν.
Το όνειρό τους; Μια μικρή φλόγα.
Mια μικρή φλόγα που θα τα φωτίσει και τα δυό, θα τα ζεστάνει και θα τα αφήσει να κοιταχτούνε στα μάτια.
-«Μα θέλω να δω τα μάτια σου», είπε το σπίρτο στο κερί.
-«Μα θέλω να νιώσω τη ζεστασιά σου», είπε το κερί στο σπίρτο.
Και τότε τρόμαξαν…
-«Αν ανάψω καλή μου θα καώ»! είπε το σπίρτο,«και καλά να καεί μόνο το κόκκινο σκουφί μου, θα είμαι ένα ακόμα άσχημο, μισοκαμένο σπίρτο… Μα αν καώ εντελώς, τι θα απογίνω; Θα προλάβω τουλάχιστον να δω τα μάτια σου»;
-«Κι αν ζεσταθώ» είπε το κερί, «θα λιώσω… Κι αν λιώσω θα γίνω άσχημο και κακοφτιαγμένο! Θα έχω προλάβει να χαρώ τουλάχιστον τη ζέστη σου»;

Μέρα τη μέρα, το κερί και το σπίρτο, αγαπιόντουσαν όλο και πιο πολύ κι η αγάπη τους δυνάμωνε!
Μέσα στη σκοτεινή σπηλιά, λουλούδια φυτρώσανε, γιατί η αγάπη είναι ένα λουλούδι, που όπου γεννιέται δίνει χρώμα, άρωμα κι ομορφιά.
Κι οι μέρες περνούσαν. Το κερί και το σπίρτο σφιχταγκαλιασμένα, περιμένανε καρτερικά τη συνέχεια του έρωτά τους.
Και ήρθε το καλοκαίρι… Έξω από τη σπηλιά, έφτασε η αφόρητη ζέστη…
Το δάσος γύρω από το βράχο, συχνά γέμιζε από γέλια, τραγούδια, φωνές μικρών και μεγάλων.
Το κερί και το σπίρτο αγκαλιάζονταν τρομαγμένα και περίμεναν, όλο περίμεναν κι αγαπιόντουσαν, κάθε μέρα και πιο πολύ κι ας μην είχε δει τα μάτια του σπίρτου, το κερί κι ας μην είχε νιώσει τη ζεστασιά του κεριού, το σπίρτο!
Ο έρωτάς τους, μια μικρή τραγωδία, σαν όλους τους ανικανοποίητους έρωτες, που γεννιούνται και μένουνε πάντα στ’ όνειρο…
Ώσπου μια μέρα, μια παρέα εκδρομείς, -έτσι τους έλεγαν όλους αυτούς τους εισβολείς του δάσους-, πήρανε τα γέλια, τα τραγούδια και τις φωνές τους μακριά, αλλ’ αφήσανε μια μικρή σπίθα… μια τόση δα μικρή σπίθα φωτιάς, να σιγοκαίει, εκεί κάτω από τα ξερά κλαδιά που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουνε.
-«Συμφορά»! Φωνάζανε πουλιά και ζώα που περνάγανε τρομαγμένα τρέχοντας, έξω από τη σπηλιά. «Συμφορά! Φωτιά! Φωτιά… θα καούμε»!
-«Ακούς»; είπε το σπίρτο στο κεράκι…
-«Ακούς; Θα καούμε»! είπανε και τα δυο με μια φωνή, γεμάτη έρωτα!
-«Δε φοβάμαι να καώ απ’ αγάπη», είπε το σπίρτο στο κερί…
-«Δε φοβάμαι να λιώσω απ’ αγάπη», είπε το κερί στο σπίρτο!
Ένα κερί κι ένα σπίρτο, τρελά από έρωτα τραγουδάγανε τη φλόγα που ερχόταν…
-«Έλα»! της έλεγαν, «έλα! Σε περιμένουμε»!
-«Θα μ’ αγαπάς αν καώ κι ασχημύνω, χωρίς το κόκκινο σκουφί μου»; Είπε το σπίρτο στο κερί.
-«Θα μ’ αγαπάς αν λιώσω και χάσω το σχήμα μου»; Είπε το κερί στο σπίρτο.
Κι η φλόγα ερχόταν όλο και πιό κοντά…
Κι η φλόγα έφτασε στο κατώφλι της σπηλιάς και δίσταζε να μπει μέσα, μη χαλάσει την ομορφιά που διαισθάνθηκε!
-«Έλα»! της φωνάζανε και τα δυο, με μια φωνή!
Κι η φλόγα έστειλε μέσα στη σπηλιά, τη πιο μικρή της κόρη!
Μια σπίθα τόση δα, που μπήκε τσαχπίνικα και ναζιάρικα από την είσοδο της σπηλιάς. Φφφσσσσσσσσσσσττττττττττττττ !
Το σπίρτο, τέντωσε το λυγερό κορμί του, για να καλωσορίσει τη σπίθα.
Το κόκκινο σκουφί του τυλίχτηκε στις φλόγες.
-«Αγάπη μου» είπε στο κερί, «καίγομαι για σένα… Αγάπη μου, να δω τα μάτια σου κι ας καώ»!
Το γυαλιστερό κόκκινο σκουφί, ακούμπησε πάνω στο φιτίλι καθώς έσκυψε για να δει καλύτερα.
-«Αγάπη μου» είπε το κερί στο σπίρτο, «άσε με να νιώσω τη ζεστασιά σου κι ας λιώσω»!
Το σπίρτο και το κερί, κάηκαν μαζί…
Μια μάζα ενωμένη στο χρόνο και στο χώρο αιώνια…
Το κερί και το σπίρτο που έλιωσαν απ’ αγάπη κι έφτασαν στο δικό τους όνειρο…

%d bloggers like this: