Μόνο από έρωτα (Χόρχε Μπουκάϊ)

Βαδίζω το δρόμο μου.

Το δρόμο μου, που έχει μόνο μια λωρίδα κυκλοφορίας : τη δική μου.

Στ’ αριστερά μου, ένας αιώνιος τοίχος χωρίζει το δρόμο μου απ’ το δρόμο κάποιου που βαδίζει δίπλα μου, απ’ την άλλη πλευρά του τοίχου.

Που και που, σ’ αυτόν τον τοίχο βρίσκω μια τρύπα, ένα παράθυρο, μια σχισμή….Και μπορώ να κοιτάξω το δρόμο του γείτονα ή της γειτόνισσάς μου.

Μια μέρα, καθώς περπατώ, μου φαίνεται ότι βλέπω στην άλλη άκρη του τοίχου μια μορφή που κινείται στο δικό μου ρυθμό, προς την ίδια κατεύθυνση.

Κοιτάζω αυτή τη μορφή: είναι μια γυναίκα. Είναι όμορφη.

Με βλέπει κι αυτή. Με κοιτάζει.

Την ξανακοιτάζω.

Της χαμογελώ…Μου χαμογελά.

Παίρνει πάλι να βαδίζει το δρόμο της, κι εγώ επιταχύνω το βήμα μου γιατί ανυπομονώ για την επόμενη ευκαιρία να ξανασυναντηθώ με αυτήν τη γυναίκα.

Στο επόμενο παράθυρο κοντοστέκομαι μισό λεπτό.

Όταν εκείνη φτάνει, κοιταζόμαστε μέσα από το άνοιγμα.

Της δείχνω με νοήματα πόσο πολύ μου αρέσει. Μου απαντά με νοήματα. Δεν ξέρω αν σημαίνουν ό,τι και τα δικά μου, αλλά διαισθάνομαι ότι καταλαβαίνει τι θέλει να της πως.

Νοιώθω ότι θα μπορούσα να σταθώ αρκετή ώρα να την κοιτάζω και να την αφήνω να με κοιτάζει, αλλά ξέρω πως ο δρόμος μου συνεχίζεται…Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως, παρακάτω, να υπάρχει μια πόρτα. Και ίσως να μπορώ να την διαβώ για να συναντηθώ μαζί της.

Τίποτα δεν δίνει περισσότερη σιγουριά από την επιθυμία, κι έτσι επιταχύνω για να βρω την πόρτα που φαντάζομαι.

Αρχίζω να τρέχω με τη ματιά μου καρφωμένη στον τοίχο. Λίγο πιο κάτω η πόρτα εμφανίζεται. Είναι εκεί, στην άλλη πλευρά, η πολυπόθητη πια και αγαπημένη μου σύντροφος. Περιμένοντας…Περιμένοντάς με….

Κάνω μια χειρονομία. Αυτή μου επιστρέφει ένα φιλί με τον αέρα. Μου κάνει ένα νόημα σαν να με καλεί. Μου αρκεί. Επιταχύνω προς την πόρτα για να βρεθώ μαζί της στη δική της πλευρά του τοίχου.

Η πόρτα είναι πολύ στενή. Περνάω ένα χέρι, περνάω έναν ώμο, ρουφάω λίγο το στομάχι, στρίβω λιγάκι το σώμα μου, σχεδόν καταφέρνω να περάσω το κεφάλι μου… Αλλά το δεξί μου αφτί μένει σφηνωμένο.

Σπρώχνω. Δεν υπάρχει τρόπος. Δεν περνάει.

Και δεν μπορώ να βοηθήσω με το χέρι μου, γιατί δεν περνάει ούτε δακτυλάκι εκεί μέσα. Δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσω μαζί με το αφτί μου, κι έτσι παίρνω μια απόφαση…(γιατί η αγαπημένη μου είναι εκεί και με περιμένει…γιατί είναι η γυναίκα που πάντα ονειρευόμουν και με καλεί…)

Βγάζω ένα σουγιά από την τσέπη μου και, με μια γρήγορη κίνηση βρίσκω το κουράγιο να κόψω το αφτί μου για να περάσω από την πόρτα.

Και το καταφέρνω : το κεφάλι μου περνάει. Αλλά μετά το κεφάλι μου, βλέπω πως και ο ώμος μου μένει παγιδευμένος. Η πόρτα δεν έχει το σχήμα του σώματός μου. Βάζω δύναμη, αλλά δεν υπάρχει λύση. Το χέρι και το σώμα μου έχουν περάσει, αλλά ο άλλος μου ώμος και το άλλο μου χέρι δεν περνούν….

Και δεν με νοιάζει τίποτα, οπότε…

Κάνω πίσω, και χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες παίρνω φόρα και ορμώ να περάσω την πόρτα. Από το χτύπημα, ο ώμος μου εξαρθώνεται και το χέρι μου μένει κρεμασμένο και άψυχο. Αλλά τώρα, ευτυχώς, σε μια θέση που μου επιτρέπει να περάσω την πόρτα…

Είμαι σχεδόν στην άλλη πλευρά.  Μόλις είμαι έτοιμος να ολοκληρώσω το πέρασμά μου από τη σχισμή, συνειδητοποιώ ότι το δεξί μου πόδι έχει μείνει κολλημένο στην άλλη πλευρά. Όσο κι αν προσπαθώ, δεν καταφέρνω να περάσω. Δεν υπάρχει τρόπος. Η πόρτα είναι υπερβολικά στενή για να περάσει ολόκληρο το σώμα μου.

Υπερβολικά στενή: δεν χωρούν και τα δύο μου πόδια… Δε διστάζω. Είμαι σχεδόν δίπλα στην αγαπημένη μου. Δεν μπορώ να κάνω πίσω…Έτσι, αρπάζω τον μπαλτά και σφίγγοντας τα δόντια δίνω ένα χτύπημα και κόβω και το πόδι.

Ματωμένος, κουτσός, στηριγμένος στον μπαλτά και με το ένα χέρι εξαρθωμένο, μ΄ ένα αφτί κι ένα πόδι λιγότερο, συναντιέμαι με την αγαπημένη μου.

“Να’ μαι. Επιτέλους, πέρασα. Με κοίταξες, σε κοίταξα, σε ερωτεύτηκα. Πλήρωσα όλα τα τιμήματα για σένα. Όλα επιτρέπονται στον έρωτα και στον πόλεμο. Δεν έχουν σημασία οι θυσίες. Άξιζε τον κόπο, αν έγιναν για να συναντηθώ μαζί σου, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε μαζί…Μαζί, για πάντα….”

Αυτή με κοιτάζει και της ξεφεύγει ένας μορφασμός.

“Έτσι, όχι…Έτσι, δεν θέλω…Εμένα μου άρεσες όταν ήσουν ολόκληρος….”

******************************************************************************************************************

Δεν πρέπει να πεθάνεις για τον άλλον, αλλά να ζήσεις για να χαρείτε τη ζωή σας μαζί…

Advertisements

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αποχαιρετιστήρια επιστολή

“Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά  που λέω εδώ.

  • Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν.
  • Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως.
  • Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλο κοιμόνταν.
  • Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
  • Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
  • Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.
  • Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη.
  • Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…
  • Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ.
  • Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
  • Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!
  • Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει.
  • Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.
  • Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους…
  • Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά.
  • Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
  • Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί.
  • Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
  • Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι.
  • Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου.
  • Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σου ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα.
  • Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά.
  • Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.
  • Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μάς δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ‘θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος.  Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς.

Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους
επιθυμία.

Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.”

Η ομορφιά της καρδιάς….

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας νεαρός είχε σταθεί στη μέση της πόλης και φώναζε ότι είχε την ομορφότερη καρδιά σ’ όλη την περιοχή. Μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε, κι όλοι θαύμαζαν την καρδιά του, που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Κι όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιό όμορφη καρδιά που είχαν δεί ποτέ τους.
Ο νεαρός μας ήταν πολύ περήφανος και κορδωνόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά. Ξάφνου ένας γέρος στάθηκε μπροστά στον κόσμο κι είπε, “Ομως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς.”
Ο κόσμος, αλλά και το παλικάρι, κοίταξαν την καρδιά του γέροντα. Χτυπούσε δυνατά, όμως ήταν γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελλωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθιά χάσματα, απ’όπου έλειπαν και ολόκληρα κομμάτια.

Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλο – πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του είναι ωραιότερη, σκέφτονταν;
Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε.
-”Πλάκα μας κάνεις ;” είπε. “Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δικιά σου και στη δικιά μου καρδιά. Η δικιά μου είναι τέλεια, ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα.”

-”Μάλιστα” είπε ο γέροντας, “η δική σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θ’ άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε, κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου – κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω, και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε.”

“Μερικές άλλες φορές έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου, και ο άλλος δεν μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς. Αυτά είναι τα άδεια χάσματα – ξέρεις, το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει και κάποιο ρίσκο. Παρ’ όλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω και γιαυτούς τους ανθρώπους, κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κοντά μου και θα γεμίσουν τους χώρους που τους έχω άδειους να περιμένουν. Βλέπεις λοιπόν τι θα πεί πραγματική ομορφιά ;”

Ο νεαρός στάθηκε σιωπηλός, με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Προχώρησε προς τον γέροντα, άπλωσε το χέρι του μέσα στην τέλεια, νεανική και όμορφη καρδιά του, και ξέσκισε ένα κομμάτι της. Το πρόσφερε στο γέροντα με χέρια που έτρεμαν. Ο γέρος τότε πήρε αυτή την προσφορά, την έβαλε στην καρδιά του, και μετά πήρε λίγη από την κατακομματιασμένη του καρδιά και την έβαλε πάνω στην πληγή της καρδιάς του νέου. Ταίριαζε βέβαια, αλλά όχι και απόλυτα, κι έτσι έμειναν κάποιες άγριες άκρες.

Και το παλικάρι κοίταξε την καρδιά του, που δεν ήταν πιά τέλεια, ήταν όμως ομορφότερη από οποιαδήποτε άλλη αφού η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα και στη δική του καρδιά.

Ότι είναι σημαντικό δεν το βλέπουν τα μάτια(απόσπασμα από το βιβλίο: Ο Μικρός Πρίγκιπας)

Τότε ήταν που παρουσιάστηκε η αλεπού:
– Καλημέρα, είπε η αλεπού.
– Καλημέρα, απάντησε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας, που γύρισε προς το μέρος απ’ όπου ακουγόταν η φωνή, μα δεν είδε τίποτε.
– Εδώ είμαι, είπε η φωνή, κάτω από τη μηλιά …
– Ποια είσαι συ; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Είσαι πολύ όμορφη …
– Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
– Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος …
– Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού, δεν είμαι εξημερωμένη.
– Α! συγνώμη, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Μα, αφού σκέφτηκε λίγο, πρόσθεσε:
– Τι πάει να πει «εξημερωμένη»;
– Δεν θα είσαι από ‘δω, είπε η αλεπού, τι ψάχνεις να βρεις;
– Ψάχνω να βρω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι σημαίνει εξημερωμένη;
– Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούν. Αυτό είναι πολύ ενοχλητικό. Ακόμη ανατρέφουν κότες. Είναι το μόνο που τους ενδιαφέρει. Μήπως ψάχνεις για κότες;
– Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας, ψάχνω για φίλους. Τι σημαίνει «εξημερώνω»;
– Είναι κάτι ξεχασμένο για τα καλά, τώρα πια, είπε η αλεπού. Αυτό σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς».
– Δημιουργώ δεσμούς;
– Ναι, βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα εσύ δεν είσαι ακόμη παρά ένα αγοράκι όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα μικρά αγόρια. Και δεν έχω την ανάγκη σου. Κι εσύ το ίδιο δεν έχεις την ανάγκη μου. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Μα, αν εσύ με εξημερώσεις, θα ‘χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Θα ‘σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα ‘μαι για σένα μοναδική στον κόσμο…
– Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Υπάρχει ένα λουλούδι… νομίζω πως μ’ έχει εξημερώσει…
– Καθόλου απίθανο, είπε η αλεπού. Πάνω στη Γη βλέπει κανείς κάθε λογής πράματα …
– Ω! Αυτό δεν έγινε στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Η αλεπού φάνηκε να ενδιαφέρεται πολύ.
– Σ’ ένα άλλο πλανήτη;
-Ναι.
– Υπάρχουν κυνηγοί σε κείνο εκεί τον πλανήτη;
– Όχι.
– Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον! Και κότες;
– Όχι.
– Τίποτε δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Όμως, η αλεπού ξαναγύρισε στην ιδέα της:
– Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους κι όλοι άνθρωποι μοιάζουν το ίδιο. Λοιπόν, κι εγώ κάπως βαριέμαι. Όμως, αν με εξημερώσεις, η ζωή μου θα μοιάζει σαν να την πλημμύρισε ο ήλιος. Θα γνωρίσω ένα θόρυβο από βήματα διαφορετικά απ’ όλα τ’ άλλα. Τα άλλα βήματα με κάνουν να καταχωνιάζομαι μέσα στη γη. Το δικό σου θα με φωνάζει να βγω έξω από την τρύπα μου, σαν να ‘ναι μια μουσική. Κι ύστερα, κοίταξε! Βλέπεις εκεί κάτω τα σταροχώραφα; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Για μένα, το σιτάρι δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Κι αυτό είναι θλιβερό! Μα εσύ έχεις χρυσαφένια μαλλιά. Θα ‘ναι υπέροχα όταν θα μ’ έχεις εξημερώσει! Το στάρι που είναι χρυσαφένιο, εσένα θα μου θυμίζει. Και θ’ αγαπώ το θόρυβο του ανέμου καθώς θα περνάει ανάμεσα από τα στάχυα του σταριού.
Η αλεπού σώπασε και βάλθηκε να κοιτάζει το μικρό πρίγκιπα για πολλή ώρα.
– Σε παρακαλώ, εξημέρωσέ με, είπε!
– Πολύ το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν έχω καιρό. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και να γνωρίσω πολλά πράγματα.
– Δεν ξέρουμε παρά εκείνα που μας δίνουν την δυνατότητα να δημιουργούμε δεσμούς, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να μάθουν κάτι. Αγοράζουν πράγματα ετοιματζίδικα, φτιαγμένα μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια από τους εμπόρους. Και καθώς δεν υπάρχουν ποτέ έμποροι που να γίνονται φίλοι, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσε με!
– Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.
– Πρέπει να είσαι πολύ υπομονετικός, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα πρέπει να καθίσεις κάπως μακριά από μένα, όπως κάνω τώρα εγώ, πάνω στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου και συ δεν θα λες τίποτε. Η κουβέντα γίνεται αιτία να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Όμως, κάθε μέρα, θα μπορείς να ‘ρχεσαι και να κάθεσαι κάπως πιο κοντά σε μένα …
Την άλλη μέρα, ο μικρός πρίγκιπας ξαναγύρισε.
– Θα ‘ταν καλύτερα να ‘ρχεσαι την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν, για παράδειγμα, πρόκειται να έρθεις στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις κιόλας εγώ θ’ αρχίσω να ‘μαι ευτυχισμένη. Όσο θα προχωρεί η ώρα, τόσο περισσότερο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις κιόλας θ’ αρχίσω να εκνευρίζομαι και ν’ ανησυχώ. Θα ‘χω ανακαλύψει το τίμημα της ευτυχίας! Μα όταν εσύ θα ‘ρχεσαι μια οποιαδήποτε ώρα, δεν ξέρω ποια, ποτέ δεν θα ξέρω πότε να φορέσω στην ψυχή μου τα καλά της… Χρειάζονται ορισμένα τυπικά.

– Τι είναι ένα τυπικό; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας.
– Είναι κι αυτό κάτι ξεχασμένο από πολύν καιρό, είπε η αλεπού. Κάτι που κάνει κάποια μέρα να ‘ναι διαφορετική από τις άλλες μέρες, μια ώρα διαφορετική από τις άλλες ώρες. Για παράδειγμα, υπάρχει μια τυπικότητα στους κυνηγούς. Την Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Τότε, η Πέμπτη είναι μια μέρα υπέροχη! Κατηφορίζω για περίπατο μέχρι τ’ αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν κάθε φορά που θα τους ερχόταν το κέφι, οι μέρες θα ‘μοιαζαν όλες ίδιες, με αποτέλεσμα να μην έχω εγώ ποτέ διακοπές.
Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίαζε να ‘ρθει η ώρα του αποχωρισμού:
– Αχ! είπε η αλεπού … Θ’ αρχίσω τα κλάματα.
– Δικό σου είναι το λάθος, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
– Μα συ θα βάλλεις τα κλάματα, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
– Και βέβαια, είπε η αλεπού.
– Τότε, από αυτό, δεν κερδίζεις τίποτε! – Κάτι κερδίζω, είπε η αλεπού είναι το χρώμα του σταριού.
Ύστερα πρόσθεσε:
-Πήγαινε πάλι να δεις τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο.
– Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις κι εγώ θα σου κάνω δώρο ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας έφυγε για να πάει να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα:
– Δεν είναι ολότελα όμοια με το δικό μου, ακόμη δεν είσαστε, τους είπε. Κανείς δεν σας έχει εξημερώσει και σεις δεν έχετε εξημερώσει κανένα. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Κι εκείνη δεν ήταν παρά όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες. Όμως εγώ την έχω κάνει φίλη μου κι είναι τώρα μοναδική στον κόσμο.
Και τα τριαντάφυλλα έδειξαν να τα ‘χουν πειράξει πολύ τα λόγια του μικρού πρίγκιπα.
– Είσαστε όμορφα, μα είσαστε άδεια, πρόσθεσε. Κανείς δεν θα μπορούσε να πεθάνει για σας. Σίγουρα, κάποιος τυχαίος περαστικός, βλέποντας το δικό μου λουλούδι θα νόμιζε πως σας μοιάζει. Μα, από μόνο του αυτό, είναι πιο σημαντικό από όλα εσάς, γιατί εγώ το ποτίζω, το προφυλάσσω κάτω από ένα γυάλινο δοχείο. Γιατί είναι αυτό που εγώ προφύλαξα με το παραβάν. Γιατί αυτό είναι που του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο ή τρεις που τις άφησα για να γίνουν πεταλούδες). Γιατί αυτό είναι εκείνο που το άκουσα να παραπονιέται ή να περηφανεύεται ή, μάλιστα, μερικές φορές να σωπαίνει. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό μου.
Και γύρισε προς την αλεπού.
– Γεια σου, είπε …
– Γεια σου, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: δεν βλέπει κανείς πολύ καλά παρά μονάχα με την καρδιά. Ότι είναι σημαντικό, δεν το βλέπουν τα μάτια.
– Ότι είναι σημαντικό δεν το βλέπουν τα μάτια, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
Είναι ο χρόνος που έχεις χάσει για το τριαντάφυλλό σου και που το κάνει τόσο σημαντικό.
– Είναι ο χρόνος που έχω χάσει για το τριαντάφυλλό μου … έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
– Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού. Όμως εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Να γίνεις υπεύθυνος για πάντα εκείνου που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου …
– Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου… επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να μην το ξεχάσει.

Όταν παίρνει κανείς την απόφαση να κάνει πράγματα με τον άλλον (Χόρχε Μπουκάϊ)

Όταν παίρνει κανείς την απόφαση να κάνει πράγματα με τον άλλον – πράγματα σημαντικά, όπως το να κάνει έρωτα, ή καθόλου σημαντικά, όπως μια βόλτα στην παραλία, ή ίσως τόσο σημαντικά όσο το να πηγαίνει μια βόλτα στην παραλία, ή όχι τόσο σημαντικά, όπως το να κάνει έρωτα, τότε οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι αυτές είναι εκούσιες αποφάσεις.

Αποφάσεις που πήρε κανείς για να είναι δίπλα σε κάποιον, όχι όμως «για» τον άλλον, αλλά «με» τον άλλον.

Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε πως η σχέση μας με τον κόσμο, με τους άλλους, με τον διπλανό μας, στην πραγματικότητα σημαίνει ότι κάνουμε πράγματα «με τον άλλον» είναι αυτόνομο και εξαρτάται μόνο από την ελεύθερη απόφασή μας να κάνουμε κάτι τέτοιο.

Δεν κάνω κάτι για σένα, γι’ αυτό δεν μου χρωστάς τίποτα.

Δεν κάνεις κάτι για μένα, γι’ αυτό δεν σου χρωστάω τίποτα.

Σε τελική ανάλυση, κάνουμε κάτι μαζί.

Και είμαστε πολύ χαρούμενοι γι’ αυτό.

Θα είναι μια καινούργια πρόκληση για εμάς, να μάθουμε να περπατάμε μαζί. Αυτή είναι η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας.

Οπότε, δεν θα μείνω εξαρτημένη από σένα και δεν θα προσπαθήσω να σε κάνω να εξαρτάσαι από μένα.

Δεν θα φτάσω στο σημείο να προσπαθήσω να σε κάνω να με «φοβάσαι».

Θα γυρίσω την πλάτη στην ανάγκη να σε κάνω να με μισήσεις.

Θα αφήσω στην μπάντα τη στάση του θύματος, για να μη νοιώσεις ποτέ οίκτο για μένα.

Και δεν θα προσπαθήσω να σε κάνω να μ’ έχεις ανάγκη.

Θα συμβιβαστώ μόνο με το αν με θέλεις ή δεν με  θέλεις.

Και, εν πάση περιπτώσει, αν δεν μ’ αγαπάς εσύ, μην ανησυχείς για μένα, όλο και κάποιος θα υπάρχει ικανός να μ’ αγαπήσει…..

Πρέπει να δούμε τι σημαίνει πραγματικά «επαναστατώ» και τι σημαίνει «δεν υπακούω».

Πρέπει να ξέρουμε που έγκειται η παράβαση, σε ότι κάνουμε και σε ότι αποφασίζουμε.

Στο κάτω κάτω, είμαι ελεύθερη να τηρώ τους κανόνες ξέροντας ότι μπορώ να τους παραβιάσω, πράγμα που δίνει αξία στο γεγονός ότι τους σέβομαι, το ίδιο κι εσύ.

Πρέπει να είμαστε πάντοτε πιστοί στους κανονισμούς, τους κανόνες,  τα έθιμα;

Και αν ναι, σε ποιούς κανόνες;

Τους δικούς σου;

Τους δικούς μου;

Της πλειοψηφίας;

Θα πρέπει να αξιολογήσουμε τι είναι μια αυτοεξαρτώμενη απόφαση.

Καταρχάς, θα πρέπει να δεχτώ την πρόκληση να είμαι αυτοεξαρτώμενος, οπότε θα δίνω στον εαυτό μου:

Όλο και περισσότερα δικαιώματα να παίρνω τις δικές μου αποφάσεις.

Όλο και περισσότερους χώρους απελευθερωμένους από οποιαδήποτε επιρροή.

Όλο και μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από τη μανία να κρίνω και να χειρίζομαι τον εξωτερικό κόσμο.

Όλο και περισσότερους τόπους υγείας.

Αυτό το περιβάλλον, δεν μπορεί κανείς ούτε να μου το προσφέρει, ούτε να μου το στερήσει.

Θα πρέπει να το δημιουργήσω εγώ ο ίδιος ή να το ανακαλύψω μέσα μου, να πληρώσω πρώτα το τίμημα και να έχω το ψυχικό σθένος ν’ αντέξω τις πληγές, για να βρω μετά το θάρρος να διακηρύξω την απόφασή μου να κατοικήσω εκεί.

Όχι για να πεθάνω υπερασπίζοντάς το, αλλά για να ζήσω εκεί και να το μοιραστώ με όλους.

Αν φτάσουμε στην κορυφή, σίγουρα θα έχουμε βρει μαζί έναν τρόπο να κάνουμε πραγματικότητα αυτό που είναι δυνατόν να συμβεί.

%d bloggers like this: